Ψυχολογία Παιδιού και Οικογένειας

Δήμητρα Δουβλετή

Ζευγάρια χαμένα στη μετάφραση….

 

Υπάρχουν στιγμές σε ένα ζευγάρι, όπου ένα απλό, τυχαίο γεγονός μπορεί να πυροδοτήσει τόση ένταση ώστε να δηλητηριάσει την ατμόσφαιρα του σπιτιού.

Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Καλά, δε μπορούσες να μαζέψεις λίγο το σπίτι; Δε βλέπεις ότι γίνεται χαμός; (λέει αγανακτισμένη η σύζυγος)

Γιατί μου το είπες; (απαντά εκνευρισμένος ο σύζυγος)

Γιατί έπρεπε να στο πω; Μόνος σου δε μπορούσες να το σκεφτείς;

Μια σκηνή αρκετά οικεία σε πολλά ζευγάρια, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όταν τα δύο άτομα αναγκάζονται να λείπουν πολλές ώρες από το σπίτι συγχρόνως. Η συνέχεια είναι μάλλον γνωστή: η γυναίκα νιώθει ότι ο σύντροφός της δεν την καταλαβαίνει κι έτσι αποσύρεται με συναισθήματα θυμού, απογοήτευσης και μοναξιάς. Ο άντρας από τη μεριά του νιώθει κι εκείνος θυμωμένος αλλά και αδικημένος από την αιφνίδια επίθεση της συζύγου του.

Το ζευγάρι αυτό δεν έχει καταφέρει να επικοινωνήσει τις ανάγκες του και τις επιθυμίες του με ένα τρόπο λειτουργικό. Η αλληλοκατηγορία δεν δημιουργεί μία εποικοδομητική συνθήκη συνδιαλλαγής, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο έντασης και αποξενώνοντας τις δύο πλευρές μεταξύ τους.

Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είχαν ειπωθεί τα πράγματα, ώστε η εξέλιξη να ήταν διαφορετική;

Θα ήθελα να με βοηθήσεις με τις δουλειές του σπιτιού, γιατί σήμερα είχα μια δύσκολη μέρα. Θα ήταν πολύ σημαντικό για μένα να μοιραστούμε τις δουλειές και να τελειώσουμε νωρίς, ώστε το βράδυ να μπορούμε να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί.

– Πώς θα ήθελες να σε βοηθήσω; Τι μπορώ να κάνω;

Στην παραπάνω περίπτωση, η γυναίκα εκφράζει αυτό που της είναι σημαντικό με τρόπο συγκεκριμένο, χωρίς γκρίνια και επιθετικότητα. Μιλάει για το πώς νιώθει και ταυτόχρονα εκφράζει επιθυμία για εγγύτητα. Ο άντρας, ακούγοντας το κάλεσμα της συζύγου του, προθυμοποιείται να βοηθήσει, μη αισθανόμενος απειλημένος αλλά «κολακευμένος» που η γυναίκα του επιθυμεί να περάσει χρόνο μαζί του.

Ας επιστρέψουμε όμως, στο πρώτο παράδειγμα. Η  σύζυγος θεωρούσε αυτονόητο ότι ο σύντροφός της έπρεπε να γνωρίζει ότι χρειάζεται τη βοήθειά του, ακόμα κι αν δεν του το είχε ζητήσει. Σύμφωνα με τη Virginia Satir, Οικογενειακή Θεραπεύτρια, το μεγαλύτερο εμπόδιο στις ανθρώπινες σχέσεις είναι η μέθοδος του διαβάσματος της σκέψης. Πρόκειται για το αξίωμα πως εσύ πρέπει πάντα να ξέρεις τι εννοώ εγώ. Αφού αγαπιόμαστε, μπορούμε και πρέπει να διαβάζουμε ο ένας τη σκέψη του άλλου, χωρίς να χρειάζεται να το συζητάμε. Αυτή η απαίτηση «αν μ’ αγαπάς, θα ξέρεις τι θέλω, πριν σου το ζητήσω» οδηγεί τελικά στο λανθασμένο συμπέρασμα «δε με λογαριάζεις, άρα δε μ’ αγαπάς ».

Αν το κάθε μέλος της σχέσης καταφέρει να δει την καταλυτική δύναμη που ασκεί στο σύντροφό του, αν αναλάβει την ευθύνη της αλλαγής, αν προσπαθήσει πρώτα ν’ αλλάξει τον εαυτό του και όχι τον άλλο, τότε θα συμπαρασύρει και τον άλλο στο δικό του ρυθμό. Η σχέση χρειάζεται καθημερινή φροντίδα, όπως το φυτό που αν πάψεις να το ποτίζεις, κάποια στιγμή θα μαραθεί, ακόμα κι αν το αγαπάς…

Advertisements

Information

This entry was posted on 15 Ιουλίου 2013 by .

Πλοήγηση